enacademic.com
αντιμωλία - Dictionary of Greek
21 nov. 2019 - (ορθότερα, κατ' αντιμωλίαν). Παλαιός αλλά καθιερωμένος, αποκλειστικά νομικός όρος που χρησιμοποιείται για να διατυπώσει συνοπτικά το γεγονός ότι μια δίκη ...
αντιμωλία - Dictionary of Greek
21 nov. 2019 - (ορθότερα, κατ' αντιμωλίαν). Παλαιός αλλά καθιερωμένος, αποκλειστικά νομικός όρος που χρησιμοποιείται για να διατυπώσει συνοπτικά το γεγονός ότι μια δίκη ...